real
time web analytics
ΓΙΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΚΑΛΕΣΤΕ :   ΑΘΗΝΑ  210 6962600, ΠΕΙΡΑΙΑΣ  210 4582200, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  2310 372600

Υπογονιμότητα

Του Κωνσταντίνου Αντωνίου Βιοκλινική Αθηνών

Για τη διερεύνηση της υπογονιµότητας συστήνονται αιµατολογικές εξετάσεις, υπερηχογράφηµα µήτρας και ωοθηκών, υστεροσαλπιγγογραφία, διαγνωστική λαπαροσκόπηση για τη γυναίκα και σπερµοδιάγραµµα για τον άντρα. Ανάλογα µε τα ευρήµατα συστήνεται φαρµακευτική αγωγή ή κάποια µέθοδος υποβοηθούµενης αναπαραγωγής (πρόκληση ωοθυλακιορρηξίας, ενδοµητρική σπερµατέγχυση IUI, εξωσωµατική γονιµοποίηση IVF κ.λπ.), µε πολύ καλά τις περισσότερες φορές αποτελέσµατα. Η υπογονιµότητα είναι µοναδική νοσολογική οντότητα γιατί αφορά ένα ζεύγος κι όχι ένα άτοµο.

Τι σηµαίνει υπογονιµότητα;

Παλιότερα οριζόταν ως η αποτυχία σύλληψης έπειτα από δύο έτη επαφών χωρίς προφυλάξεις. Έπειτα από δύο έτη αναµένεται ότι περίπου 95% των ζευγαριών θα έχουν επιτύχει σύλληψη, ενώ σε ένα έτος το ποσοστό είναι ήδη 90%. Γνωρίζουµε ότι η πιθανότητα σύλληψης ανά µήνα είναι πιο υψηλή τους πρώτους τρεις µήνες (25%), ενώ ελαττώνεται στο 10% περίπου στη συνέχεια. Εποµένως, ήδη σε έξι µήνες το µεγαλύτερο ποσοστό των γόνιµων ζευγαριών αναµένεται να επιτύχουν σύλληψη. Από τα ζευγάρια που δεν έχουν επιτύχει σε έξι µήνες, το 50% περίπου δεν θα το επιτύχουν ούτε τους επόµενους δεκαοκτώ µήνες. Γι’ αυτούς τους λόγους ο ορισµός της υπογονιµότητας έχει αναθεωρηθεί και θεωρείται υπογόνιµο το ζευγάρι που δεν έχει επιτύχει σύλληψη έπειτα από 12 µήνες µέχρι την ηλικία των 35 ετών. Σε γυναίκες ηλικίας µεγαλύτερης των 35 ετών το διάστηµα είναι έξι µήνες. 

Πόσο συχνό είναι το πρόβληµα αυτό;

Το 10% των γυναικών θα δεχτεί ιατρικές υπηρεσίες στο πλαίσιο υπογονιµότητας. Είναι γνωστό ότι ο πιο σηµαντικός παράγοντας υπογονιµότητας είναι η ηλικία της µητέρας. Η γονιµότητα παραµένει υψηλή σε όλη τη δεκαετία των 20-30 και στη συνέχεια ελαττώνεται σταδιακά και ραγδαία µετά τα 37-38 έτη. Η αύξηση της µέσης ηλικίας τεκνοποίησης πιέζει τα ζευγάρια να αναζητήσουν πιο σύντοµα συµβουλές για πιθανή υπογονιµότητα. Σήµερα, µια γυναίκα αναµένεται ότι προσέρχεται µία φορά τον χρόνο ή τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια στον γυναικολόγο. Αναµένεται, λοιπόν, από τον γυναικολόγο να την έχει ενηµερώσει για τα θέµατα αντισύλληψης και αντίστοιχα, όταν πρόκειται να επιχειρήσει τη σύλληψη, να παρέχει βασικές πληροφορίες σχετικά µε τη γονιµότητα.

Ποιες είναι οι αιτίες της υπογονιµότητας; Είναι θέµα της γυναίκας;

Οι αιτίες της υπογονιµότητας παραµένουν σταθερές τα τελευταία 25 χρόνια. Σε µεγάλη µελέτη του Παγκόσµιου Οργανισµού  Υγείας η γυναικεία υπογονιµότητα ήταν περίπου 35%, η ανδρική υπογονιµότητα περίπου 10% και συνδυασµός περίπου 35%. Από τις υπόλοιπες γυναίκες µε ανεξήγητη υπογονιµότητα το µεγαλύτερο ποσοστό πέτυχε κύηση κατά τη διάρκεια της µελέτης και τελικά µόνο το 5% έµεινε ανεξήγητη. Η έρευνα αυτή κατέδειξε ότι σ’ ένα πολύ µεγάλο ποσοστό, σχεδόν στις µισές περιπτώσεις, ενέχεται και ο ανδρικός παράγοντας. Βασικός κανόνας στη διερεύνηση του υπογόνιµου ζευγαριού είναι ότι ο άνδρας και η γυναίκα πρέπει να αξιολογούνται ταυτόχρονα.

Είναι εύκολο να βρεθεί τι φταίει;

Μερικές αιτίες υπογονιµότητας είναι εύκολα αναγνωρίσιµες, όπως η αζωοσπερµία, η αµηνόρροια ή η αµφοτερόπλευρη απόφραξη των σαλπίγγων. Άλλες, όπως η ενδοµητρίωση ή ο τραχηλικός και ο µητριαίος παράγοντας, δεν είναι εύκολο να αναγνωριστούν ως αιτίες. Φαίνεται ότι στις περιπτώσεις ανεξήγητης υπογονιµότητας πολλοί παράγοντες που από µόνοι τους δεν επαρκούν να εξηγήσουν την υπογονιµότητα συνδυαζόµενοι την προκαλούν.

Ποιος πρέπει να εκτιµήσει το υπογόνιµο ζευγάρι, ο γυναικολόγος ή ο ειδικός της υπογονιµότητας;

Γενικά, κάθε µαιευτήρας γυναικολόγος πρέπει να γνωρίζει τη βασική διερεύνηση του υπογόνιµου ζευγαριού. Ωστόσο, µελέτες έδειξαν ότι οι ειδικοί στην υπογονιµότητα απέφυγαν άσκοπες και χρονοβόρες εξετάσεις και ήταν πιο αποτελεσµατικοί στην κάλυψη των συναισθηµατικών, ενηµερωτικών και διαγνωστικών αναγκών των υπογόνιµων ζευγαριών.

Υπάρχει τρόπος να ενισχύσει το ίδιο το ζευγάρι τη γονιµότητά του;

Σε κάθε περίπτωση, αλλαγές του τρόπου ζωής, όπως η επιδίωξη φυσιολογικού σωµατικού βάρους, διακοπή του καπνίσµατος, ελάττωσης της πρόσληψης καφεΐνης και αλκοόλ, προτείνονται και για τους δύο συντρόφους, αφού έχουν συνδεθεί µε έκπτωση της γονιµότητας.

Πότε πρέπει να ξεκινά ο έλεγχος της υπογονιµότητας;

Επειδή οι µελέτες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά σύλληψης ανά µήνα ελαττώνονται σταδιακά και η πλειονότητα των γόνιµων ζευγαριών µε τακτικές επαφές θα επιτύχουν σύλληψη σε έξι µήνες, πολλοί προτείνουν την αρχική διερεύνηση έπειτα από έξι µήνες. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ότι είναι σωστή οπωσδήποτε σε γυναίκες άνω των 35 ετών. Σε γυναίκες άνω των 40 ετών, επειδή η πτώση της αναπαραγωγικής ικανότητας είναι ραγδαία, κρίνεται σκόπιµο η διερεύνηση να ξεκινήσει νωρίτερα από τους έξι µήνες. Πολύ σηµαντικό είναι να µη ξεχνά κανείς ότι µπορεί να υπάρχουν περισσότεροι του ενός παράγοντες που ελαττώνουν τη γονιµότητα, και εποµένως ο έλεγχος πρέπει να είναι συστηµατικός, ακόµη και αν βρεθεί ένας παράγοντας. Η ελάχιστη διερεύνηση περιλαµβάνει:

Για τον άνδρα: Εξέταση σπέρµατος.

Για τη γυναίκα: Τεκµηρίωση ωοθυλακιορρηξίας, υστεροσαλπιγγογραφία, µέτρηση FSH και Ε2 την 3η µέρα του κύκλου για αποκλεισµό έκπτωσης της ωοθηκικής λειτουργίας και υπέρηχος των έσω γεννητικών οργάνων.

Κατά περίπτωση πραγµατοποιείται λαπαροσκόπηση, υστεροσκόπηση, έλεγχος του θυρεοειδούς και µετρήσεις του αποθέµατος των ωοθηκών. Ποσοστά εµβρυοµεταφορών που οδήγησαν σε γεννήσεις από ίδια ωάρια και δωρεά ωαρίων (2006). Φαίνεται ότι είναι η γήρανση των ωαρίων και όχι του υπόλοιπου γεννητικού συστήµατος που καθορίζει την επιτυχία. Γυναίκες άνω των 40 ετών είχαν σχεδόν τα ίδια ποσοστά επιτυχίας µε αυτές κάτω των 30 όταν έλαβαν ωάρια από νέα δότρια.

Πότε πρέπει µια γυναίκα  να υποβληθεί οπωσδήποτε σε εξωσωµατική;

Οι απόλυτες ενδείξεις είναι οι κλειστές σάλπιγγες και η σοβαρή βλάβη του σπέρµατος. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις είναι δυνατό να πραγµατοποιηθούν τρεις κύκλοι µε πρόκληση υπερωοθυλακιορρηξίας και σπερµατέγχυση.

Ποια είναι τα µειονεκτήµατα της εξωσωµατικής;

Τα κύρια προβλήµατα της εξωσωµατικής γονιµοποίησης είναι το υψηλό κόστος, η ανάγκη κάποιων -έστω και ασφαλών- επεµβάσεων, η αύξηση του ποσοστού των πολύδυµων κυήσεων και πιθανώς µια µικρή αύξηση επιπλοκών της κύησης.

Κωνσταντίνος Αντωνίου
Γυναικολόγος, Eπιστηµονικός Συνεργάτης Βιοκλινικής Αθηνών

2017-12-05T11:58:10+00:00